Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

Κοιλιοκάκη (Δυσανεξία στην γλουτένη)



Τι είναι η κοιλιοκάκη

Η Κοιλιοκάκη ή Δυσανεξία στη γλουτένη, είναι μία χρόνια νόσος του λεπτού εντέρου, η οποία χαρακτηρίζεται από τη μη ανοχή του οργανισμού στη γλουτένη, με συνέπεια τη παραγωγή κάποιων αντισωμάτων και τελικά την καταστροφή των κυττάρων του τοιχώματος του λεπτού εντέρου. Είναι ένα αυτοάνοσο νόσημα. Είναι μία κληρονομική πάθηση. Για να παρουσιάσει ένας ασθενης τα συμπτώματα της κοιλιοκάκης θα πρέπει να έχει τη γεννητική προδιάθεση αλλά και να καταναλώνει τροφές με γλουτένη. Οι τροφές που περιέχουν σιτάρι, κριθάρι, βρώμη και σίκαλη είναι πλούσιες σε γλουτένη. Συνήθως η κοιλιοκάκη εκδηλώνεται στα βρέφη όταν στη διατροφή του μπαίνουν τα δημητριακά, υπάρχουν και περιπτώσεις όπου ενήλικες δεν παρουσιάζουν συμπτώματα αλλά εκδηλώνουν τη νόσο πολύ αργότερα.

Ποιά είναι τα συμπτώματα της κοιλιοκάκης

Τα συμπτώματα της κοιλιοκάκης ποικίλλουν από άνθρωπο σε άνθρωπο. Τα συμπτώματα διαφέρουν και ανάλογα με την ηλικία εμφάνισης αυτών. Στα βρέφη χαρακτηριστικές είναι οι γαστρεντερολογικές ενοχλήσεις, οι οποίες περιλαμβάνουν ογκώδεις και ιδιαίτερα δύσοσμες κενώσεις, απώλεια βάρους ή και μη επαρκή λήψη βάρους. Κατά την παιδική ηλικία, τα συμπτώματα της κοιλιοκάκης εκτός από γαστρεντερολογικές περιλαμβάνουν και διαταραχές του συναισθήματος, τα παιδιά είναι οξύθυμα. Επίσης, ναυτία, έμετοι, αναιμία και εκδηλώσεις από το δέρμα (δερματίτιδα) είναι ορισμένες από τις κλινικές εκδηλώσεις της κοιλιοκάκης στα παιδιά. Αποτέλεσμα της εντερικής δυσαπορρόφησης είναι το χαμηλό ύψος και η καθυστέρηση της εφηβείας στα παιδιά.

Σε αρκετά μεγάλο ποσοστό ασθενών οι κλινικές εκδηλώσεις της κοιλιοκάκης, που υποδηλώνουν και την ύπαρξη της νόσου, δεν εμφανίζονται νωρίτερα από τα 60 έτη. Αυτές συμπεριλαμβάνουν την εύκολη κόπωση και ένα αίσθημα αδιαθεσίας, την απώλεια βάρους και ποικίλα γαστρεντερολογικά ενοχλήματα. Οι διαρροϊκές κενώσεις είναι αρκετές (περίπου 3-4 ημερησίως), συνεχείς ή περιοδικές, οι οποίες εναλλάσσονται με δυσκοιλιότητα. Παρατηρούνται κράμπες στο έντερο, ενώ σπάνια αναφέρεται έντονο κοιλιακό άλγος. Στους ασθενείς που πάσχουν από κοιλιοκάκη και άλλα συστήματα, εκτός από το πεπτικό, φαίνεται ότι επηρεάζονται λόγω της διαταραχής στη απορρόφηση διάφορων βιταμινών και ιχνοστοιχείων από το έντερο. Αποτέλεσμα αυτού είναι η εμφάνιση αυξημένου ποσοστού οστεοπόρωσης/ οστεοπενίας και αναιμίας στους ασθενείς, οι οποίοι παραπονούνται για άλγη στη οσφυϊκή περιοχή και στην πύελο και έντονη αδυναμία.

Πώς γίνεται η Διάγνωση της κοιλιοκάκης

Πολλές είναι οι περιπτώσεις στις οποίες η κοιλιοκάκη διαλάθει της διάγνωσης λόγω είτε της μη εμφάνισης συμπτωμάτων, είτε της εμφάνισης άτυπων συμπτωμάτων. Σε περίπτωση υποψίας κοιλιοκάκης μία σειρά προϋποθέσεων επιβεβαιώνουν ή αποκλείουν τη διάγνωση. Ένα από τα κριτήρια είναι η ύπαρξη θετικού ατομικού-οικογενειακού ιστορικού και κλινική εικόνα συμβατή με κοιλιοκάκη. Η ηλικία άνω των 2 ετών είναι ένα άλλο κριτήριο για τη διάγνωση της νόσου. Οι θετικοί ορολογικοί δείκτες, όπως είναι τα αντισώματα έναντι της γλιαδίνης, της ρετικουλίνης και του ενδομυίου. Εάν οι εξετάσεις είναι θετικές απαραίτητη είναι η λήψη βιοψίας από το εσωτερικό του εντέρου με ενδοσκοπικές μεθόδους για επιβεβαίωση της διαγνώσης. Για οριστική επιβεβαίωση της διάγνωσης απαραίτητη είναι η λήψη τριών βιοψιών, οι οποίες θα λαμβάνονται αφού ο ασθενής έχει κάνει δίαιτα με και χωρίς γλουτένη, εναλλάξ.

Ποιά είναι η θεραπεία της κοιλιοκάκης

Η κοιλιοκάκη, στις περισσότερες περιπτώσεις αντιμετωπίζεται επιτυχώς με πλήρη αποχή του ασθενούς από προϊόντα που περιέχουν γλουτένη (δίαιτα χωρίς γλουτένη),με αποτέλεσμα τη σταδιακή επαναφορά του τοιχώματος του εντέρου στη φυσιολογική του κατάσταση. Η βρώμη, το ρύζι, η πατάτα, η σόγια, οι ξηροί καρποί και ο αραβόσιτος είναι κάποια από τα τρόφιμα που μπορεί να καταναλώνει εναλλακτικά ο ασθενής. Απαραίτητη είναι η συνδρομή ενός εξειδικευμένου διαιτολόγου. Δυστυχώς υπάρχουν και περιπτώσεις που η νόσος δεν μπορεί να ελεγχθεί μονάχα με τη δίαιτα, αυτές είναι οι ανθεκτικές μορφές της νόσου. Η θεραπεία της ανθεκτικής νόσου περιλαμβάνει την αγωγή με ανοσοκατασταλτικά φάρμακα (αζαθειοπρίνη, κυκλοσπορίνη και κορτικοστεροειδή) και την πλήρωση με διάφορα σκευάσματα των απωλειών των ασθενών σε βιταμίνες και ιχνοστοιχεία. Ο έλεγχος της νόσου περιλαμβάνει τις ορολογικές εξετάσεις και τη λήψη βιοψιών του εντέρου.


http://herbsnbeauty.gr/